Σαράντα παλικάρια 2026

Σαράντα παλικάρια

Σαράντα παλληκάρια από τη Λειβαδειά,
καλά κι’ αρματωμένα πάνε γιά κλεψιά,
πάνε γιά να πατήσουν το Καλό Χωριό,
πάνε και γιά να κάψουν χώραις και νησιά.
Κάνα δεν έχουν πρώτο και τρανύτερο,
γυρεύουν ένα γέρο γιά την ορμηνειά,
επήγαν και τον βρήκαν σε βαθειά σπηλιά,
οπόλειωνε τασήμι κ’ έφτειανε κουμπιά.
«Γειά σου, χαρά σου, γέρο. —Καλό ’ς τα παιδιά,
καλό ’ς τα παλληκάρια, τα κλεφτόπουλα.
—Σήκου να βγούμε, γέρο, κλέφταις ’ς τα βουνά.
—Δεν ημπορώ, παιδιά μου, γιατ’ εγέρασα.
Περάστε από τη στάνη και τα πρόβατα
και πάρτε τον υγιό μου το μικρότερο,
πόχει λαγού ποδάρι, δράκου δύναμη·
ξέρει τα μονοπάτια και τα σύρματα,
ξέρει και τα λημέρια, που λημέριαζα,
ξέρει τοις κρύαις βρύσαις, πόπινα νερό,
ξέρει τα μοναστήρια, πόπαιρνα ψωμί,
και ξέρει και τοις τρύπαις, όπου κρύβομουν.

Αυτού μπροστά που πάτε, ’ς το Καλό Χωριό,
εχει όμορφα κορίτσια και γλυκά κρασιά,
τήρα μη σας μεθύσουν και σας πιάσουνε,
και ’ς τον κατή σας πάνε, σας κρεμάσουνε.»

Του γέρου την ορμήνεια την ξεχάσανε,
επήγαν και μεθύσαν και τους πιάσανε.
Σαν τ’ άκουσε κι’ ο γέρος χαμογέλασε.
κουμπούρια ξεκρεμάει κι’ αρματώνεται.
’Σ το δρόμο που πηγαίνει βρίσκει τον πασά.
«Ώρα καλή, πασά μου και Τούρκο κριτή,
να βγάλης τα παιδιά μου απ’ τη φυλακή.»